Λεμεσός: 99416536
Λάρνακα: 99530664
Πάφος: 99616203

Ένα χρόνο μετά την συμφωνία μεταξύ κυπριακής κυβέρνησης και Τροϊκα για την εφαρμογή του πρώτου μνημονίου οικονομικής πολιτικής για την κυπριακή οικονομία, η ύφεση όλο και βαθαίνει , το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να βρίσκεται υπό κατάρρευση, οι μισθοί και στο δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα μειώνονται συνεχώς και η ανεργία ακολουθεί σταθερή ανοδική τάση .

Ένα χρόνο μετά την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής λιτότητας, της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού τομέα μέσω της κατάσχεσης καταθέσεων και των προδιαγραφόμενων μεταρρυθμίσεων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικοποιήσεων των ημικρατικών οργανισμών, είναι απαραίτητη η αξιολόγηση των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων των πολιτικών της Τροϊκα. Η κριτική ανάλυση των επιπτώσεων της μνημονιακής πολιτικής θα πρέπει παράλληλα να συνοδεύεται από την διαμόρφωση, υιοθέτηση και διάχυση στους αγώνες του συνδικαλιστικού κινήματος και στη κοινωνία γενικότερα, ενός εναλλακτικού οικονομικού προγράμματος εκ μέρους των αριστερών πολιτικών οργανώσεων και κυρίως του ΑΚΕΛ, το οποίο να καθοδηγεί και να ενισχύει τον αντι-μνημονιακό αγώνα στη Κύπρο σε συνεργασία και κοινή πορεία με αριστερές πολιτικές οργανώσεις και κινήματα της Ευρώπης.

Η κρίση η οποία μαστίζει την κυπριακή οικονομία και κοινωνία δεν είναι μια συνηθισμένη, κυκλική κρίση μ ε προσωρινό χαρακτήρα και διάρκεια. Η Κύπρος αλλά και ολόκληρη η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια συστημική-διαρθρωτική κρίση η οποία έχει επηρεάσει ριζικά όλες τις πτυχές αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων: οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές.

Η κρίση στη Κύπρο είναι τόσο βαθειά και προβλέπεται παρατεταμένη αν δεν υπάρξει αλλαγή στη νεο-φιλελεύθερη, μνημονιακή πολιτική του κυβερνώντος μπλοκ εξουσίας, γιατί έχουν συμπέσει παράγοντες, οι οποίοι από μόνοι τους θα μπορούσαν να έχουν καταστροφικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις:

– Το ξέσπασμα της τεράστιας φούσκας των ακινήτω ν η οποία λειτούργησε υποβοηθητικά για αρκετά χρόνια και για την οικονομική ανάπτυξη και για τα δημόσια οικονομικά.

– Η τραπεζική κρίση η οποία κατάληξε ουσιαστικά στη κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος στη Κύπρο.

– Τα αδιέξοδα και οι στρεβλώσεις του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στη Κύπρο με αποτέλεσμα οι πηγές ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας να έχουν σχεδόν εκλείψει.

– Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη και όσον αφορα τις διασυνδέσεις του κυπριακού τραπεζικού τομέα με την Ελλάδα και όσον αφορά τις επιπτώσεις της κρίσης στις εξαγωγές και στον τουρισμό.

– Οι υφεσιακές επιπτώσεις της μνημονιακής πολιτικής λιτότητας, απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, αποδόμησης του κοινωνικού κράτο υς και η τραπεζική αναδιάρθρωση η οποία ουσιαστικά οδήγησε στη καταστροφή του τραπεζικού συστήματος στη Κύπρο με εκτός ελέγχου οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Οι ταξικές διαστάσεις του μοντέλου ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας

Οι πιο πάνω παράγοντες που οδήγησαν την κυπριακή οικονομία στη πιο βαθειά κρίση της ιστορίας της μετά το 1974 δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους και επίσης έχουν διαφορετικό χρονικό προσδιορισμό. Κοινό τους σημείο, εν τούτοις, είναι η ταξική τους διάσταση: τα οικονομικά συμφέροντα που επενέργησαν για τον καθορισμό πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων και μέτρων και συν-διαμόρφωσαν αυτό που μπορεί να αποκληθεί το «μοντέλο ανάπτυξης τη ς κυπριακής οικονομίας» και που σήμερα βρίσκεται σε βαθειά διαρθρωτική κρίση.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και για τρείς δεκαετίες περίπου ο μοχλός ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας ήταν ο τουριστικός τομέας. Η βιομηχανία και η γεωργία ακλουθούσαν μια πτωτική τάση αλλά αυτή η πτώση των παραγωγικών τομέων της οικονομίας είχαν αντιστάθμιση από τους τομείς των υπηρεσιών και έτσι η Κύπρος είχε ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, χαμηλή ανεργία και τα ελλείμματα στο ισοζύγιο εμπορίου καλύπτονταν από τα έσοδα από τον τουρισμό και άλλες υπηρεσίες. Αυτή η μορφή ανάπτυξης όμως, είχε ημερομηνία λήξης η οποία σημειώθηκε στις αρχές του 2000, με τον τουριστικό τομέα να σταθεροποιείται, ενώ η παραγωγική βάση της οικονομίας συνεχίζει να συρρικνώνεται. Το 2003, επί προεδρίας Τάσσου Παπαδόπουλου, ελήφθη μια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση για να εφαρμοστεί πολιτική ούτως ώστε η Κύπρος να καταστεί ‘φορολογικός παράδεισος’ με σκοπό την έλκυση ξένων κεφαλαίων στη Κύπρο. Η επιδίωξη ήταν κυρίως ρωσικά κεφάλαια, τα οποία είχαν επιδείξει μια ανοδική τάση αρκετά χρόνια προηγουμένως, μ ετά την διάλυση της σοβιετικής ένωσης και στα πλαίσια της διαδικασίας ‘μετάβασης στο καπιταλισμό’ στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Έτσι, το 2003 είχε ληφθεί η απόφαση ο εταιρικός φόρος να μειωθεί στο 10% από 26% που ίσχυε προηγουμένως και αποτελούσε το μέσο όρο στην Ε.Ε. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος, ως κύριος εκφραστής του τραπεζικού κεφαλαίου και των χρηματοπιστωτικών υπη ρεσιών γενικότερα (δικηγόροι, λογιστές, συμβουλευτικά γραφεία κλπ), είχε την ευθύνη για την πιο σημαντική στροφή στην πορεία της κυπριακής οικονομίας και στην κατάληξη της σημερινής οικονομικής τραγωδίας.

Οι εξελίξεις στη δεκαετία του 2000 θα έπρεπε να ήταν κατά κάποιο τρόπο αναμενόμενες: μαζική εισροή κεφαλαίων κυρίως ρωσικής προέλευσης για να εκμεταλλευτούν τη χαμηλή φορολογία, τα οποία μετά από κατάλληλη διαχείριση έβρισκαν ξανά το δρόμο προς τη Ρωσία όπου δεν μπορούσαν να φορολογηθούν για δεύτερη φορά (λόγω της συμφωνίας Κύπρου-Ρωσίας για την αποφυγή διπλής φορολογίας). Αυτή η διαδικασία η οποία μπορεί να ονομασθεί ‘ανακύκλωση’ είχε τρομερά οικονομικά οφέλη για το τραπεζικό – χρηματοπιστωτικό κατεστημένο της κυπριακής οικονομίας. Ταυτόχρονα, όμως, υπέθαλπαν και τρομερούς κινδύνους για την κυπριακή οικονομία και κοινωνία οι οποίοι δεν άργησαν να επαληθευθούν με τον πιο δραματικό τρόπο.

Οι οικονομικές εξελίξεις στη δεκαετία του 2000 θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ένα έγκλημα το οποίο ήταν αναμενόμενο να επισυμβεί. Σχηματικά θα μπορούσαν να αναφερθούν τα πιο κάτω σημεία:

– Οι τράπεζες για να ελκύσουν καταθέσεις , εκτός από τη διαχείριση της διακίνησης κεφαλαίων, είχαν συστηματικά ψηλότερα καταθετικά επιτόκια από τον μέσο όρο στην Ε.Ε. με αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέ ρος των ρωσικών κεφαλαίων (30 δις ευρώ, 40% των συνολικών καταθέσεων των κυπριακών τραπεζών), βρήκε κατεύθυνση στις κυπριακές τράπεζες.

– Η αύξηση στις καταθέσεις από ρωσικά κεφάλαια, αποτέλεσε την βάση για τη διόγκωση του τραπεζικού τομέα στη Κύπρο, το μέγεθος του οποίου έφτασε οκτώ φορές το ΑΕΠ της Κύπρου.

– Η αύξηση στις καταθέσεις και τη ρευστότητα των κυπριακών τραπεζών χρηματοδότησε την αύξηση στη κατανάλωση μέσω δανεισμού, όπως επίσης χρηματοδότησε τη φούσκα των ακινήτων. Το ιδιωτικό χρέος στη Κύπρο έφτασε το 300% του ΑΕΠ, το μεγαλύτερο ποσοστό ιδιωτικού χρέους στην Ε.Ε.

– Επίσης η αύξηση στη ρευστότητα των τραπεζών, τους έδωσε την δυνατότητα να επεκταθούν διεθνώς: σε μεγάλο βαθμό στην Ελλάδα, αλλά και στη Ρουμανία, Ουκρανία, Ρωσία και αλλού.

– Η πτωτική τάση στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, μεταποιητική βιομηχανία και γεωργία συνεχίζεται πιο έντονα τη δεκαετία του 2000, με αποτέλεσμα το ποσοστό συμβολής τους στο ΑΕΠ να έχει φτάσει το 6% και 2% αντίστοιχα, (από τα πιο χαμηλά ποσοστά στο πρωτογενή και δευτερογενή τομέα όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και διεθνώς). Σαν αποτέλεσμα αυτών των τάσεων στην οικονομία, το εμπορικό έλλειμμα δεν καλυπτόταν πλέον από τις υπηρεσίες και τον τουρισμό με αποτέλεσμα το έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές να φτάσει στο μη βιώσιμο επίπεδο του 15% σαν ποσοστό του ΑΕΠ.

– Μετά το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα το 2010, η ρευστότητα των τραπεζ ών αυξήθηκε περαιτέρω λόγω, προσωρινής όπως αποδείχθηκε, εισροής κεφαλαίων από την Ελλάδα. Στη περίοδο που ακολούθησε και μέχρι το 2012, οι τράπεζες συνέχιζαν τον εκτός ελέγχου δανεισμό σε μεγαλοεπιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επίσης προχώρησαν στη πιο παράτολμη επένδυση τους, σε ελληνικά κρατικά ομόλογα τα οποία πίστευαν ότι θα τους επέφεραν μεγάλη κερδοφορία για να μπορούν να δικαιολογούν τους τεράστιους μισθούς και μπόνους των διευθυντών των τραπεζών το οποίο είχε γίνει συστατικό στοιχείο της λειτουργίας των τραπεζών τη τελευταία δεκαετία.

Όλες αυτές οι τάσεις και ανησυχητικοί δείκτες της οικονομίας θα έπρεπε να ηχήσουν καμπανάκια συναγερμού και στους υπουργούς οικονομικών και στον διοικ ητή της κεντρικής τράπεζας. Αντ΄αυτού οι τράπεζες προστατεύθηκαν μέχρι την τελευταία στιγμή και παραπλανητικά όλοι μιλούσαν για το μεγάλο πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Οικονομική κρίση και μνημονιακή πολιτική

Η οικονομική κρίση στη Κύπρο κάνει την εμφάνιση της ως μια τεραστίου μεγέθους τραπεζική κρίση έστω και αν οι επιπρόσθετοι παράγοντες οι οποίοι είχαν προαναφερθεί άρχισαν να λειτουργούν αρνητικά στη πορεία της οικονομίας: το ξέσπασμα της φούσκας των ακινήτων, οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη, η έλλειψη εναλλακτικών πηγών οικονομικής ανάπτυξης πέρα από τον τουρισμό και τον χρ ηματοπιστωτικό τομέα. Μετά την κατάρρευση και των δύο κυπριακών τραπεζών, η κυβέρνηση Χριστόφια θα έπρεπε να έχει δράσει άμεσα με ένα εναλλακτικό σχέδιο αναδιάρθρωσης των τραπεζών στη βάση της εθνικοποίησης τους και του κοινωνικού και δημοκρατικού ελέγχου της λειτουργίας τους. Η κυβέρνηση Χριστόφια όχι μόνο δεν επεξεργάστηκε και δεν προώθησε ένα εναλλακτ ικό πρόγραμμα αντιμετώπισης της κρίσης αλλά η στρατηγική της φαίνεται ότι επικεντρώθηκε σε δύο κατευθύνσεις: πρώτη επιδίωξη ήταν η εξασφάλιση δανείου εκτός Ε.Ε. για να καλύψει τις δημοσιονομικές ανάγκες και την προσωρινή στήριξη των τραπεζών (1.8 δις στη Λαϊκή τον Ιούνιο 2012), το οποίο δάνειο δόθηκε από την Ρωσία της τάξης των 2.5 δις ευρώ και δεύτερη κατεύθυνση ήταν η απόφασ η να καλέσει την Τροϊκα στη Κύπρο ζητώντας στήριξη από την Ε.Ε. αλλά ταυτόχρονα δεν ήθελε να ‘χρεωθεί’ την συμφωνία και την υπογραφή ενός μνημονίου. Στις διαπραγματεύσεις με την Τροϊκα η κυβέρνηση Χριστόφια αντιπρότεινε ένα ‘ήπιο’ μνημόνιο στις αρχικές απαιτήσεις της Ε.Ε-Δ.Ν.Τ.-Ε.Κ.Τ. και σίγουρα ευθύνη φέρει και η Τροϊκα στη μη κατάληξη σε συμφωνία αναμένοντας πιο πρόσφορο πολιτικό έδαφος μετά εκλογές του Φεβρουαρίου 2013 και την πιθανή επικράτηση Αναστασιάδη.

Οι οργανώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς (αριστερή πτέρυγα, ΕΡΑΣ), είχαν προτείνει από το φθινόπωρο του 2011 κατευθύνσεις για ένα εναλλακτικό οικονομικό πρόγραμμα με κεντρικούς άξονες:

– εθνικοποίηση και άμεση αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος, τουλάχιστον όσον αφορά τις δύο μεγάλες τράπεζες και τον συνεργατισμό.

– ενοποίηση του δημόσιου τραπεζικού τομέα, δημιουργία ‘κακής’ τράπεζας για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετού μενων δανείων κυρίως όσον αφορά τους μεγαλοεπιχειρηματίες ανάπτυξης γης, ριζικές αλλαγές στη λειτουργία των τραπεζών με γνώμονα την ανάπτυξη της οικονομίας και όχι την κερδοφορία.

– μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος με αύξηση της φορολογίας στα ψηλά εισοδήματα αι στις διάφορες μορφές πλούτου (γη, μετοχές, καταθέσεις).

– εσωτερικός δανεισμός ακόμα και σε αναγκαστική μορφή για να καλυφτούν οι δημοσιονομικές ανάγκες, η χρηματοδότηση των τραπεζών και ένα νέο εναλλακτικό αναπτυξιακό πρόγραμμα.

– εναλλακτική αναπτυξιακή στρατηγική με κατεύθυνση την ενδυνάμωση και αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας (πρωτογενής τομέας, βιομηχανία, ποιοτική αναβάθμιση του τουρισμού). Σε αυτό το πλαίσιο κύριες επιδιώξεις θα πρέπει ναι είναι η αύξηση των επενδύσεων, η βελτίωση της παραγωγικότητας, η τεχνολ γική αναβάθμιση της οικονομίας, εξαγωγικός προσανατολισμός και νέες μορφές ιδιοκτησίας και πρωτοβουλίας, (συνεργατικές, συνεταιριστικές κλπ).

– ριζική μεταρρύθμιση του κρατικού μηχανισμού ενισχύοντας τον αναπτυξιακό και κοινωνικό του χαρακτήρα.

Μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου 2013, οι οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο ήταν καταιγιστικές. Η κυβέρνηση Αναστασιάδη συμφώνησε με την Τροϊκα, μετά τις δύο διαδοχικές συναντήσεις του eurogroup στις 15 και 25 Μαρτίου 2013, το κούρεμα-κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων (50% στη Τράπεζα Κύπρου, συνολικά στη Λαϊκή), η Λαϊκή ενσωματώθηκε στη Τράπεζα Κ ύπρου, ο συνεργατισμός ανακεφαλαιοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο που ουσιαστικά άρχισε η προετοιμασία για την ιδιωτικοποίηση του. Οι αποφάσεις και οι διαδικασίες για την μνημονιακή αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος ουσιαστικά ισοδυναμούν με την πλήρη κατάρρευση του κυπριακού τραπεζικού τομέα και η κατάληξη αυτής της διαδικασίας δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Τ α κύρια συστατικά του μνημονίου το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ της κυβέρνησης Αναστασιάδη και της Τροϊκα είναι τα ακόλουθα:

Α. Δανειακή σύμβαση

– Συνολικό ποσό 10 δις ευρώ τα οποία κατανέμονται ως εξής:

α) 6 δις ευρώ, αναχρηματοδότηση χρέους

β) 3.0 δις ευρώ, κάλυψη δημοσιονομικού ελλείμματος

γ) 1.5 δις ευρώ, κεφαλαιοποίηση συνεργατισμού

δ) 1.0 δις ευρώ, απόθεμα για κεφαλαιοποίηση τραπεζών

ε) 1.5 δις ευρώ έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις και κεντρική τράπεζα.

Β. Μέτρα λιτότητας

– 6.5% του ΑΕΠ στη περίοδο 2013-2014 και 2.5% του ΑΕΠ στη περίοδο 2015-2016.

Οι μειώσεις στο δημοσιονομικό έλλειμμα θα προέλθουν από μειώσεις μισθών και προσωπικού στο δημόσιο τομέα, μειώσεις συντάξεων, αφαίρεση του επιδόματος απόκτησης κατοικίας, αφαίρεση του δικαιώματος πρόσβασης στο σύστημα υγείας, αύξηση του ΦΠΑ, οριακή αύξηση στον εταιρικό φόρο και στο φόρο κτηματικής περιουσίας.

Γ. Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Ουσιαστική εξουδετέρωση της ΑΤΑ, άνοιγμα επαγγελμάτων, στόχευση επιδομάτων και εισαγωγή ελάχιστου εισοδήματος, ιδιωτικοποιήσεις ημικρατικών οργανισμών.

Δ. Αναδιάρθωση του τραπεζικού συστήματος

Κλείσιμο της Λαϊκής και ενσωμάτωσης της στη Τράπεζα Κύπρου, κούρεμα-κατάσχεση των καταθέσεων στη Τράπεζα Κύπρου της τάξης του 50% σε καταθέσεις πάνω από 100,000 ευρώ. Επιβολή εσωτερικών συναλλαγματικών περιορισμών και περιορισμός στη διακίνηση κεφαλαίων. Ανακεφαλαιοποίση του Συνεργατισμού με 1.5 δις ευρώ ο οποίος ουσιαστικά εθνικοποιείται – για να επαναγοράσει τις μετοχές του, εκτός από τη αποπληρωμή του κεφαλαίου των 1.5 δις, θα πρέπει να καταβάλλει ετήσιο τόκο 10%, διαφορετικά η κυβέρνηση θα διαθέσει τις μετοχές του συνεργατισμού σε ιδιωτικά κεφάλαια.

Η μνημονιακή πολιτική αποτελεί ένα αυστηρό και βίαιο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Αν συμ περιληφθούν και τα μέτρα μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2012 της τάξης του 4% του ΑΕΠ, τότε κατά την περίοδο 2012-2016 η επιδιωκόμενη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος ισοδυναμεί με 13%, πολύ κοντά με την δημοσιονομική προσαρμογή που επιχειρήθηκε στην Ελλάδα με καταστροφικά αποτελέσματα και για την ανάπτυξη και την ανεργία. Ήδη, στη Κύπρο το ΑΕΠ μειώθηκε κατ ά 6% το 2013, μετά από τη μείωση του 2% το 2012. Η ανεργία ξεπέρασε το 17%, (από την οποία το 50% είναι μακροπρόθεσμα άνεργοι) και η ανεργία στους νέους κυμαίνεται γύρω στο 40%. Οι μισθοί έχουν μειωθεί κατακόρυφα και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα και τα επίπεδα φτώχιας αυξάνονται συνεχώς ιδίως στις μεγάλες ηλικίες. Υπάρχει μεγάλη μείωση στη κατανάλωση, στις επενδύσεις και στη βιομηχανι κή παραγωγή. Οι μικρές επιχειρήσεις, εκτός από το κούρεμα καταθέσεων που έχουν υποστεί δεν μπορούν να εξασφαλίσουν δανεισμό ούτε για επενδύσεις αλλά και ούτε κεφάλαιο κίνησης. Οι ιδιωτικοποιήσεις των ημικρατικών οργανισμών έχουν ήδη δρομολογηθεί, (ΑΤΗΚ, ΑΗΚ, Αρχή Λιμένων) και έχει ήδη προετοιμαστεί το έδαφος για την ιδιωτικοποίηση του Συνεργατισμού.

Η μεγάλη μείωση στη ζήτηση λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής και της μείωσης σε μισθούς και εισοδήματα έχει συρρικνώσει όλες τις μορφές παραγωγής στη Κύπρο Το ξέσπασμα της φούσκας των ακινήτων, η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή, η έλλειψη προοπτικής στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας συνθέτουν ένα πλαίσιο όπου οι δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης στην επόμενη περίοδο είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Οι προβλέψεις της κυβέρνησης και της Τροϊκα για ανάκαμψη το 2015 είναι ευσεβοποθισμοί και δημιουργία εντυπώσεων.

Οι μεγαλύτερες επιπτώσεις της μνημονιακής πολιτικής επικεντρώνονται στο τραπεζικό τομέα. Το κούρεμα-κατάσχεση των καταθέσεων όπως πολλοί σοβαροί αναλυτές έχουν αναφέρει έχει ουσιαστικά καταστρέψει το τραπεζικό σύστημα στη Κύπρο. Καμιά τράπεζα δεν μπορεί να επιβιώσει μετά το πλήγμα αξιοπιστίας που συνοδεύει το κούρεμα-κατάσχεση καταθέσεων. Αυτό ισχύει και για την Τράπεζα Κύπρου και οι ενδείξεις για τη προδιαγραφόμενη πορεία είναι περισσότερο από ορατές: συνεχής μείωση καταθέσεων, περιορισμένη ρευστότητα, παγο ποίηση δανεισμού, σταθερή αύξηση στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, συνεχής αύξηση ζημιών. Μόνο μια καινούργια αρχή στο τραπεζικό σύστημα κάτω από δημόσια ιδιοκτησία και δημοκρατικό έλεγχο μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος με σκοπό να προωθηθεί η οικονομική ανάπτυξη και όχι η ιδιωτική κερδοφορία.

Οι εφαρμογή του μνημονίου στη Κύπρο θα έχει καταστροφικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Το μνημόνιο είναι ένα κατ’εξοχή ταξικό πρόγραμμα. Οι κυβερνώντες στη Κύπρο το έχουν καλοδεχτεί, όπως και οι εργοδοτικές οργανώσεις. Είναι ένα πρόγραμμα το οποίο έχει στοχευμένη επιδίωξη τη δημιουργία ύφεσης, την αύξηση της ανεργίας, την μείωση μισθών και κοινωνι κών παροχών και εκμηδενίζει τις προοπτικές ανάπτυξης. Στο τραπεζικό τομέα, όλα τα μέτρα που έχουν εφαρμοσθεί έχουν ένα και μοναδικό σκοπό, την αποφυγή της εθνικοποίησης των τραπεζών αν και είναι είναι ο μόνος τρόπος να αναδιοργανωθεί ο τραπεζικός τομές πάνω σε βιώσιμη βάση. Επίσης το μνημόνιο επιδιώκει να ανοίξει νέες ευκαιρίες στην εισδοχή του κεφαλαίου και στην αγορά περιουσιακών στοιχείων σε εξευτελιστικές τιμές: ιδιωτικοποιήσεις ημικρατικών οργανισμών, ιδιωτικοποίηση του συνεργατισμού, εκποιήσεις και πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων υποθηκευμένων στις τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων και της πρώτης κατοικίας. Επιχειρείται στη Κύπρο, όπως και στις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας μια ριζική αναδιάρθρωση τη ς οικονομίας, της κοινωνίας και του κράτους στη βάση της νεο-φιλελεύθερης ιδεολογίας και απροκάλυπτα για την προώθηση των οικονομικών συμφερόντων του κεφαλαίου.

Η αριστερά και τα κινήματα των εργαζομένων θα πρέπει να αντισταθούν και να προτείνουν ένα εναλλακτικό οικονομικό πρόγραμμα: εθνικοποίηση και δημοκρατικός έλεγχος των τραπεζών, φορολογία ψηλών εισοδημάτων και πλούτου (φορολογία του πλούτου σε ποσοστό 10% για μια διετία θα κάλυπτε μεγάλο μέρος των δανειακών αναγκών της Κύπρου και θα μπορούσε να επαναληφθεί για μια δεύτερη διετία αν χρειάζεται), επανασχεδιασμός της οικονομίας με σκοπό την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και των παραγωγικών τομέων της οικονομίας, μεταρρύθμιση και εκδημοκρατισμός του κράτους ενισχύοντας τον αναπτυξιακό και κοινωνικό του χαρακτήρα. Για την επίτευξη των πιο πάνω στόχων είναι απαραίτητη η άμεση απεμπλοκή από το μνημόνιο και η πολιτική-κοινωνική συνεργασία των δυνάμεων της αριστεράς σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Παναγιώτης Παντελιδης

Οικονομολόγος